Top Definition
1.) the amount of truth a statement possesses
1.) a synonym for the word "true"
1.) "The truthfulism quotient of that statement is quite high, my friend."
1.) Bob: Man, I'm never going to get a chick.
Ryan Crepack: Truthfulism.
από Ryan Crepack 7 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.