Top Definition
1. An overwhelmingly truthful statement

2. Any of a greater set of truths, compiled into a list or other document.
1. "The sky shines a crystal blue this morn." said John "That's a truthitude my friend." responsed Tom

2. We hold these truthitudes to be self evident...
από MC Greater Than 25 Ιανουάριος 2006
7 Words related to truthitude

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.