Top Definition
an affectionate kiss from a loved one on the nose or the cheek only. Rooted from the russian word tsiluyu: a kiss, tsilulu is more of a playful and friendly type of kiss.
I tsilulued my baby boy when he arrived from the airport.
από Nazrin Guseynova 5 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to tsilulu

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.