Top Definition
noun: a hot snack consisting of peanut butter grilled between tortillas. from a riff on "quesadilla" where "queso" + "tortilla" = "cheese grilled in a tortilla" and "tuerca" + "tortilla" = "nut (butter) grilled in a tortilla"
A tuercadilla, made with spicy peanut butter, is the ideal midnight snack.
από wendywoowho 21 Σεπτέμβριος 2007
5 Words related to tuercadilla

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×