Anyone concealing and smuggling a huge reaking load in their pants and or diaper.
Grandma is being a real turd smuggler today.
από cheezestix 30 Οκτώβριος 2006
A homosexual act defined by one male "smuggling" the fecal matter in another male's anus with his penis.
Will and I smuggled each other's turds all night before we realized we had missed our Bette Midler concert.
από Sebastian 6 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×