Top Definition
a person at a club or other social dancing gathering who feverishly follows people he/she would like to hook up with but is often socially inept, awkward, drunk, or just plain creepy.
Jessica you better watch out, that guy over there has been watching you the whole night - he's being such a turk-a-lurk.
από EuropeanWetDream08 16 Ιούλιος 2008
5 Words related to turk-a-lurk

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×