Top Definition
1. One who is in the business of stealing another persons V-Card

2. A food such as a wheat thin or other type of cracker that has been laced with vaginal juices
1. You twatcracker, you had sex with a virgin last night!

2. Damn that twatcracker was nasty as shit
από UTC (Uncle TwatCracker) 29 Μάιος 2007
5 Words related to twatcracker

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×