Top Definition
noun.

A person with far more energy than the rest of the group, usually at 4:00am, who is loud and bouncy to a degree that is making all others feel tired just by watching them.
"For god's sake, sit down and shut up, you twatcrobat."
από Andrew Doughty 11 Σεπτέμβριος 2007
5 Words related to twatcrobat

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×