Top Definition
A male who has female tendencies, such as, being a whiney little bitch or complaining all the time.
Did you hear Walter complaining at work today? He can be such a twatdawg sometimes.
από Biff Bulls 6 Μάιος 2007
5 Words related to twatdawg

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.