Top Definition
a simpleton, or any prick that thinks they know everything; a dumbass see chode, wad-pilot, dumbfuck
the tweedle fuck kept telling me, "potato chips have salt on them"
από cassius$ 18 Ιούλιος 2006
8 Words related to tweedle fuck

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×