Top Definition
dancing in which the dancer, usually a woman, shakes her hips in an up-and-down manner, obstructing progress in a legislative assembly while not technically contravening the required procedures.
The new bill containing big-agri earmarks was defeated by a twerking filibuster lasting over 45 minutes.
από krittyboi 3 Ιανουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×