Top Definition
A combination of being a twerp and freakizoid - Twerp (annoying and unnecessary attitude) Freakizoid (very weird, and odd person)
Ex. Nick is acting like a total twerpizoid.
από D-bone && Juicy J 29 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×