Top Definition
to be made pissed; being pissed, mad in or by a situation.
I am really twerpt-off by the lack of help I am getting cleaning up after these kids.
από thedirtyape 5 Ιανουάριος 2009
7 Words related to twerpt-off

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×