Top Definition
Twestify: verb. To testify on Twitter. Offer respect and complete agreement with a statement made in 140 characters or fewer.
Bill: "That #Rebecca Black sure goin t b hot wen she grown up!"
Ted: 'Twestify dat!'
από BigDaddyCash 22 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×