Top Definition
To mentally combine and rearrange various elements in order to ascertain the most optimal result.
I twirkled in what order I should visit the library, the grocery store and my friend's house.
από jamestoma 3 Σεπτέμβριος 2008
a rapid motion of the gluteus maximus aka ass that makes the recipient or viewer giggle profusely.
"i really enjoy a girl that can twirkle!"
από cpj390 23 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.