Top Definition
To abruptly leave an awkward situation without saying a word.
Did you see Will twomble out when that girl made him nervous?
από iamthelawbitches 18 Σεπτέμβριος 2014
walking around in a daze
After a long night of drinking I twombled to class.
από midnight twombler 19 Οκτώβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.