A lurker on Twitter.
He's a twurker, and never tweets.
από sexterdude 18 Σεπτέμβριος 2010

10 Words Related to twurker

A girl who has sex all the time with everybody she knows and everybody she doesn't know and doesn't care about the consequences.
Guy 1: Look at that twurker.
Guy 2: Yah, she was up my house last night.
Guy 1: Foreal? she was up mine too!
από Precous 3 Απρίλιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×