-adjective (superlative of obviously)
1. Very easily perceived or understood; extremely apparent.
2. Very easily seen through because of an extreme lack of subtlety.
3. (archaic) Standing directly in the way or in front.
1. I AM UBERVIOUSLEY EXCITED ABOUT GOING TER THE LAKE DISTRICT!
2. He was uberviousley going to die in that film.
3. You are uberviousley obscuring my view.
από Edward Blair / Jenny Harding-Morris 30 Ιούνιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×