Top Definition
unimpressed, unmoved, disappointed by lack of cerebral prowess or performance, failure to meet expectations, failure to provide evidence to support arguments
His performance did not wow me at all, I was totally underwhelmed.
από go big or go home 1 Ιανουάριος 2004
1 more definition
Antonym of overwhelmed.
I was underwhelmed with the new vacation spot.
από geogoldman 1 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×