VERB.

1. To take a person's virginity (generally with their consent).

2. To detract from something that has overall positive qualities.

ETYMOLOGY: from "innocent". American variation: uninnocentize.
"I uninnocentised him."

"Don't uninnocentise my favourite dish with that disgusting cheese!"
από Bonhilda 30 Σεπτέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×