Top Definition
noun; Unitanned(adj).(yoon-i-tän). To have a full body tan without any tan lines usually achieved by hours upon hours in a tanning booth. This popular among young women between the ages of 17 and 21.
The girl was cute,but her unitan made her look fake.
από Symone Loki 13 Σεπτέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.