Top Definition
n; person who thinks that their unique combination of homogenius accessories marks them as an individual. Also see technovidual
Now that Walt has a combination PDA/Digital camera AND a Webphone he thinks that he is a unique unividual.
από Billo 22 Ιούνιος 2004
1 Word related to unividual

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×