Top Definition
verb.

To look down on someone or assume a position of superiority.
"Dude... I hate those upnosin' snobs down at Starbucks."

"Don't upnose me, motherfucker!"
από vuudoodude 25 Απρίλιος 2014
6 Words related to upnose

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×