Top Definition
Disregarding all outside factors or influences, usually when examining a situation or object. Aimed at obtaining a fresh perspective.
Jane formed her own opinions because she would examine things in uterospect.
από zob zylan 11 Φεβρουάριος 2007
6 Words related to uterospect

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×