Top Definition
n. va-fla
an imaginary invisible flying-penis of Russian lore (I am not making this up fetii).
Russian: "Androosha paimali vafloo!" ; English:"Ann to the drew dizzle, you just caught a flying penis"
από Mr. Very 3 Δεκέμβριος 2004
1 Word related to vafla

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×