Top Definition
(noun): The act or phenomenon of female ejaculation, i.e., the forceful expulsion of liquid from one's vagina during orgasm. (This phenomenon occurs in a minority of women.)

See also: vajaculate, v.

Etymology: vaj (short for vagina) + ejaculation.
I never used to believe in vajaculation, but next time I go down on Amy, I'll be sure to wear goggles.
από fauxbourdon 7 Δεκέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×