Top Definition
The female version of balls; strength; ability to step up and do what needs to be done.
She finally grew some vajalls and kicked out her freeloading adult son.
από Thatsitforme 2 Φεβρουάριος 2011
1 more definition
a vajina with two balls (testicles) attached

SEE: LUKE B.
()'() < a visual aid of vajall
από urmomsfriendlovermonkeyA.B. 14 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×