Top Definition
A vagina that has become swollen and red due to excessive love-making, resembling an apple.
"Wow, you look tired today."
"Yeah, I was up late giving Veronica vajapples."
από AS Cannon 18 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to vajapples

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.