Top Definition
vajaunt (vah jônt, vah jänt) - noun: A short trip or excursion, usually for pleasure; an outing or vajourney of a lifetime by the female persuasion.
It's time for our annual vajaunt...better round up the ladies.
από amaw 18 Φεβρουάριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.