Top Definition
A slap to the face with a vagina, usually a dirty or smelly one.
"My boyfriend really pissed me off so I just gave him a vajawa
από JMANAF 2 Οκτώβριος 2007
5 Words related to vajawa

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×