Top Definition
throwing up to make more room for additional amounts of alcohol(verb) (vic tour re, pewk)
To relieve himself from a full stomach of beer from a powerhour longdaddy victory puked so he could keep the party going.
από Jay Rod 11 Φεβρουάριος 2006
5 Words related to victory puke

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×