Top Definition
1. N. One who is addicted to making vitriolic comments to others, often to the detriment of his/herself.
"Is this really the Vitriolic's Anonymous meeting? Wow, you people are a bunch of fucking cunts."
από Bill Ding Blocks 2 Νοέμβριος 2013
2 Words related to vitriolic

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.