Top Definition
Loud, full of volume. Usually found in those people who compensate noise for intelligence.
Yesterday my boss spent two hours shouting at me for correcting him, he's such a volumenous man.

Our professor gets so volumenous when he doesn't know what he's talking about.
από Silverling 2 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×