Top Definition
adjective - unsanitory, unwashed or unwiped. Disgusting in nature

verb - to dirty or befoul something
1. The dog was vukelich after rolling in it's own filth

2. "you're just trying to vukelich my reputation."
από Wordsmith38 1 Μάρτιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.