Top Definition
1) a high pitched noise used as a distress call
2) a fun noise to make
3) used to communicate/a way of recognition
4) or whatever
playing dodgeball i waaaped as i threw the ball
από julio kid 11 Σεπτέμβριος 2007
7 Words related to waaap

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.