Top Definition
The act of saying the word 'Wacko' while hiding it with a sneeze, so the crazy person you're insulting doesn't get mad and get their crazy on you.
Jill screamed when she dropped her peanut, so Adam wackosneezed her.
από Horbsey 27 Ιανουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.