Top Definition
nonsensical and sarcastic rantings of approval or appraisal
"I just got promoted to assistant cashier!"

"WADDADO!"
από 711stevether 29 Αύγουστος 2008
nonsensical rantings of happiness, joy, or appraisal.
sometimes used in a sarcastic manner
Waddado!
από stevether 16 Αύγουστος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×