Top Definition
The act of using wadded up public toilet or restaurant paper towels when your period starts suddenly in public and you have no tampons or kotex.
Jill resorted to waddage when her period started at Denny's.
από Buttnurse 2 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×