Top Definition
a person who pulls grease all the time, to no extent
Wallack pulled so much grease during Halo that it actually started dripping off his face.
από fonsteak 8 Δεκέμβριος 2004
7 Words related to wallack

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×