Top Definition
A 1930s term for a stupid, cum-guzzling whore. See also: Hillary Duff.
Step back, walygouty! I haven't the time for your promiscuous advances! 23 skadoo!
από south streets 20 Σεπτέμβριος 2008
5 Words related to walygouty

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×