Person who falls asleep.
Normally at random points during lans.
Oh look Wampy has fallen asleep again!
από Spam 27 Μάρτιος 2004
Top Definition
To behave in a foolish or stupid way
Nathan decided to put 100 pounds on England to win the world cup. He must have gone wampy!
από Bob Knocker 1 Ιούλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.