Top Definition
The innate desire to masturbate around the world.
"My wankerlust has been stifled by my financial ailments my entire life."

"Racking up those frequent flyer miles to expedite my wankerlust even further."
από bman0255 14 Οκτώβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×