Top Definition
adj. of or relating to wargasm. >able to achieve wargasm.
- DERIVATIVES wargasmically adv. wargastic adj. wargastically. adv.
"The helicopter scene in 'Apocalypse Now' when they played Wagner, was totally wargasmic."
από Dick Splash 28 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×