Top Definition
The act of penetrating wireless networks while located on a tailgate or rear cargo area of a SUV.
Joe and Ian were wargating local wireless networks and pwning their internet.
από svpene 27 Ιούλιος 2009
5 Words related to wargating

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.