Top Definition
warkward - something very awkward (well awkward)

also known as 'wwd'
John: 'Don't think i can face a night out tonight!'
Nathan: 'Oh, why man?'
John: 'Girl i almost got with was a transexual..'
Nathan: 'wow man, warkward.'
από thatfunnyguynumber2 28 Δεκέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×