Top Definition
Being of a warlock nature.
Haveing to do with habbits of a warlock.
The warlockly guy over there keeps a ravens claw in a jar.

Dont mess with those warlockly looking jewels, you dont know how much power they have.
από warlock master 24 Μάρτιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×