Top Definition
A warloff is Polish slang for a slut or whore who specializes in salad tossing.
See her walking down the street? She's such a warloff.
από Luddo 16 Οκτώβριος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×