Top Definition
n. one who uses warm or even hot water when brushing teeth, be it in the sink or in the shower; most common excuse for said aberrant behavior is sensitive teeth. Also used derogatorily to bring one's normalcy into question.
Yeah, she might be a bit twitchy; she is a warmbrusher after all.
από a. jordan 14 Φεβρουάριος 2006
5 Words related to warmbrusher

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.