Top Definition
The act of giving a woman oral sex to get her horny for sex. Doubles as a means of lubricating the vagina before insertion of the cock.
"Dude, did you have sex with Alyssa last night?"
"Ya, but she was so annoying and dry I had to start warming the oven first".
από Sargeant. Grumbles 19 Αύγουστος 2009
9 Words related to warming the oven

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.