Top Definition
the act of masturbation.
the priest was doing god's work when he was warming up the altarboy's supper.
από tbod 25 Φεβρουάριος 2008
10 Words related to warming up the altarboy's supper

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×